ἐντάσσω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐντάσσω < ἐν + τάσσω

ἐντάσσω

  1. τοποθετώ κάτι μέσα σε κάτι άλλο
  2. παρατάσσω