ἐντρέπομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐντρέπομαι, μέση φωνή του ρήματος ἐντρέπω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐντρέπομαι

  1. στρέφομαι δεξιά και αριστερά
  2. (με γενική προσώπου) σέβομαι κάποιον
  3. (με απαρέμαφατο) φροντίζω να ...
  4. (μεταγενέστερη ελληνική )
    1. (με αιτιατική) ντρέπομαι κάποιον, δείχνω σεβασμό σε κάποιον
    2. ντρέπομαι, αισχύνομαι
      εἰ δέ τις οὐχ ὑπακούει τῷ λόγῳ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπιστολῆς, τοῦτον σημειοῦσθε, καὶ μὴ συναναμίγνυσθαι αὐτῷ, ἵνα ἐντραπῇ (Παύλου,Προς Θεσσαλονικείς B΄, 3.14)