ἐντροπή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐντροπή < ἐντρέπω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐντροπή θηλυκό

  1. η στροφή προς κάποιον
  2. (μεταφορικά) η μεταβολή, η αλλαγή των φρονημάτων