ἐντόπιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εντόπιος

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐντόπιος, -ος, -ον

  1. τοπικός, εγχώριος