ἐξίστημι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐξίστημι < ἐξ + ἵστημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐξίστημι (παθητική φωνή: ἐξίσταμαι)

  1. τοποθετώ κάποιον (ή κάτι) έξω από την κανονική του θέση
  2. τροποποιώ, μεταβάλλω
  3. αλλοιώνω
  4. τρελαίνω, διαταράσσω
  5. παθητική φωνή: ἐξίσταμαι
    1. στέκω παράμερα
    2. στέκω μακριά, απομακρύνομαι, αποσύρομαι
    3. υποχωρώ, αποφεύγω
    4. παραιτούμαι
    5. στερούμαι, χάνω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]