ἐξαγγέλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εξαγγέλλω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐξαγγέλλω < ἐξ- + ἀγγέλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐξαγγέλλω θηλυκό

  1. γνωστοποιώ ειδήσιες
  2. προδίδω (για λιποτάκτες)
  3. (μέση φωνή)
    1. διηγούμαι
    2. γνωστοποιούμαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]