ἐξαμαρτάνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐξαμαρτάνω < ἐξ- + ἁμαρτάνω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐξαμαρτάνω

  1. αποτυγχάνω
  2. χάνω το στόχο μου
  3. προδίδω (με την έννοια της αποτυχίας εκπλήρωσης υποχρέωσης), παραβαίνω
  4. διαπράττω μεγάλο σφάλμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]