ἐξοχή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐξοχή θηλυκό

  1. πολυτονική γραφή του: εξοχή



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐξοχή < ἐξέχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐξοχή θηλυκό

  1. εξοχή, προεξοχή
  2. (μεταφορικά) υπεροχή
  3. κρεατοελιά