ἐξ ὑποβολῆς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐξ ὑποβολῆς < → δείτε τις λέξεις ἐξ, ὑποβολῆς και ὑποβολή

Έκφραση

[επεξεργασία]

ἐξ ὑποβολῆς

  1. με παραίνεση, νουθεσία
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 3, 3.37 @scaife.perseus
    ὧν γὰρ ἂν ὀψιμαθεῖς ἄνθρωποι γένωνται, οὐδὲν θαυμαστὸν εἴ τινες αὐτῶν καὶ τοῦ ὑπομιμνῄσκοντος δέοιντο, ἀλλʼ ἀγαπητὸν εἰ καὶ ἐξ ὑποβολῆς δύναιντο ἄνδρες ἀγαθοὶ εἶναι.
  2. με πρόταση, σύσταση
  3. με υπαγόρευση
  4. (λέω κάτι) με υποβολέα
  5. (για ομιλία, λόγο) με διακοπή
  6. (για ραψωδούς) το να αρχίζει κανείς την απαγγελία από το σημείο που σταμάτησε ο προηγούμενος ραψωδός
    ※  3ος κε αιώνας Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, 1.2.57 @scaife.perseus
    Τά τε Ὁμήρου ἐξ ὑποβολῆς γέγραφε ῥαψῳδεῖσθαι, οἷον ὅπου ὁ πρῶτος ἔληξεν, ἐκεῖθεν ἄρχεσθαι τὸν ἐχόμενον.
  7. (ιατρική) (αἱ ἐξ ὑποβολῆς ἐγχρίσεις): (σχετικά με τα βλέφαρα) επάλειψη από κάτω, από μέσα