Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπάξιος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἐπάξιος ἐπαξί τὸ ἐπάξιον
      γενική τοῦ ἐπαξίου τῆς ἐπαξίᾱς τοῦ ἐπαξίου
      δοτική τῷ ἐπαξί τῇ ἐπαξί τῷ ἐπαξί
    αιτιατική τὸν ἐπάξιον τὴν ἐπαξίᾱν τὸ ἐπάξιον
     κλητική ! ἐπάξιε ἐπαξί ἐπάξιον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἐπάξιοι αἱ ἐπάξιαι τὰ ἐπάξι
      γενική τῶν ἐπαξίων τῶν ἐπαξίων τῶν ἐπαξίων
      δοτική τοῖς ἐπαξίοις ταῖς ἐπαξίαις τοῖς ἐπαξίοις
    αιτιατική τοὺς ἐπαξίους τὰς ἐπαξίᾱς τὰ ἐπάξι
     κλητική ! ἐπάξιοι ἐπάξιαι ἐπάξι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐπαξίω τὼ ἐπαξί τὼ ἐπαξίω
      γεν-δοτ τοῖν ἐπαξίοιν τοῖν ἐπαξίαιν τοῖν ἐπαξίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «λόγιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπάξιος < ἐπ- + ἄξιος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ἐπάξιος, -α, -ον

  1. αντάξιος, άξιος
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 461 (461-462)
    [ΧΟΡΟΣ] ἐπάξιος μέν, Οἰδίπους, κατοικτίσαι, | αὐτός τε παῖδές θ᾽ αἵδ᾽·
    [ΧΟΡΟΣ] Άξιος είσαι, Οιδίποδα, να σπλαχνιστούμε | κι εσένα και τις κόρες σου.
    Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
  2. αξιομνημόνευτος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 79.1
    πατρίοισι δὲ χρεώμενοι νόμοισι ἄλλον οὐδένα ἐπικτῶνται. τοῖσι ἄλλα τε ἐπάξιά ἐστι νόμιμα καὶ δὴ καὶ ἄεισμα ἕν ἐστι, Λίνος, ὅς περ ἔν τε Φοινίκῃ ἀοίδιμός ἐστι καὶ ἐν Κύπρῳ καὶ ἄλλῃ, κατὰ μέντοι ἔθνεα οὔνομα ἔχει·
    Οι Αιγύπτιοι ακολουθούν τα πατροπαράδοτα έθιμά τους και δεν προσθέτουν άλλο κανένα. Υπάρχουν και άλλα αξιομνημόνευτα έθιμα, καθώς και ένα τραγούδι, ο Λίνος, που τον τραγουδούν και στη Φοινίκη και στην Κύπρο και αλλού, με το όνομα βέβαια που έχει στο κάθε έθνος·
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  3. (για πράγματα) αρμόζον, πρέπον

Συγγενικά

[επεξεργασία]