ἐπίπλεος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπίπλεος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐπίπλεος (αττικός τύπος: ἐπίπλεως)

  1. εντελώς γεμάτος, φίσκα