ἐπίσταμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐφίσταμαι, ἐφίστημι

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπίσταμαι < ἐπί + ἵσταμαι[1], παθητική φωνή του ρήματος ἵστημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπίσταμαι

  1. γνωρίζω καλά, ξέρω με βεβαιότητα, είμαι σε θέση να κάνω κάτι
  2. είμαι βέβαιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Το ρήμα είχε ιωνική προέλευση· διατήρησε δε την ψιλωτική (μη δασυνόμενη) μορφή του, προκειμένου να διακρίνεται από το ομηρικό ἐφίσταμαι· βλ. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. , λήμμα: επιστάμενος