ἐπαΐων
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἐπαΐων | ἡ | ἐπαΐουσᾰ | τὸ | ἐπαΐον |
| γενική | τοῦ | ἐπαΐοντος | τῆς | ἐπαϊούσης | τοῦ | ἐπαΐοντος |
| δοτική | τῷ | ἐπαΐοντῐ | τῇ | ἐπαϊούσῃ | τῷ | ἐπαΐοντῐ |
| αιτιατική | τὸν | ἐπαΐοντᾰ | τὴν | ἐπαΐουσᾰν | τὸ | ἐπαΐον |
| κλητική ὦ! | ἐπαΐων | ἐπαΐουσᾰ | ἐπαΐον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | ἐπαΐοντες | αἱ | ἐπαΐουσαι | τὰ | ἐπαΐοντᾰ |
| γενική | τῶν | ἐπαϊόντων | τῶν | ἐπαϊουσῶν | τῶν | ἐπαϊόντων |
| δοτική | τοῖς | ἐπαΐουσῐ(ν) | ταῖς | ἐπαϊούσαις | τοῖς | ἐπαΐουσῐ(ν) |
| αιτιατική | τοὺς | ἐπαΐοντᾰς | τὰς | ἐπαϊούσᾱς | τὰ | ἐπαΐοντᾰ |
| κλητική ὦ! | ἐπαΐοντες | ἐπαΐουσαι | ἐπαΐοντᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἐπαΐοντε | τὼ | ἐπαϊούσᾱ | τὼ | ἐπαΐοντε |
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐπαϊόντοιν | τοῖν | ἐπαϊούσαιν | τοῖν | ἐπαϊόντοιν |
| Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ. | ||||||
| 3η&1η κλίση, Κατηγορία 'λύων' όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Μετοχή
[επεξεργασία]ἐπαΐων, -ουσα, -ον
- μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἐπαΐω
Κατηγορίες:
- Μετοχές με κλίση 'λύων' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 3ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τάσσων' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τρέχων' (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)