ἐπανέλαβεν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

ἐπανέλαβεν

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου β' του ρήματος ἐπαναλαμβάνω