Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπιβεβαιόω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπιβεβαιόω < ἐπι- + βεβαιόω

ἐπιβεβαιόω

  1. επιβεβαιώνω, επικυρώνω
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης , Ἀναλυτικὰ Πρότερα, 47α
    συμβήσεται δ' ἅμα καὶ τὰ πρότερον εἰρημένα ἐπιβεβαιοῦσθαι καὶ φανερώτερα εἶναι ὅτι οὕτως ἔχει, διὰ τῶν νῦν λεχθησομένων· δεῖ γὰρ πᾶν τὸ ἀληθὲς αὐτὸ ἑαυτῷ ὁμολογούμενον εἶναι πάντῃ.
     συνώνυμα: ἐπικυρόω