ἐπιδιορθόω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπιδιορθόω < ἐπί + αρχαία ελληνική διορθόω / διορθῶ < διά + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός < πρωτοελληνική *ortʰwós πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃r̥dʰwós < *h₃erdʰ- (ορθός)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπιδιορθόω

  1. (ελληνιστική κοινή) διορθώνω (μετά από κάτι, κατόπιν)
  2. (ελληνιστική κοινή) (μέσο) ἐπιδιορθόομαι: επιφέρω τροποποιήσεις, βελτιώνω

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • ἐπιδιορθόω στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.