Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπιείκεια

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: επιείκεια

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπιείκεια < ἐπιεικής + -εια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐπιείκεια

  1. το να είναι κάτι σύμφωνο με τη λογική
  2. ήπια και ανεκτική αντιμετώπιση, επιείκεια
  3. η καλοσύνη, η αγαθότητα
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Δ, 1175b24
    διαφερουσῶν δὲ τῶν ἐνεργειῶν ἐπιεικείᾳ καὶ φαυλότητι, καὶ τῶν μὲν αἱρετῶν οὐσῶν τῶν δὲ φευκτῶν τῶν δ' οὐδετέρων, ὁμοίως ἔχουσι καὶ αἱ ἡδοναί· καθ' ἑκάστην γὰρ ἐνέργειαν οἰκεία ἡδονὴ ἔστιν.