ἐπικουρέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπικουρέω < ἐπίκουρ(ος) + -έω

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπικουρέω

  1. (+ δοτική) βοηθώ κάποιον, τον συντρέχω
  2. (+ δοτική + αιτιατική) κρατώ μακριά απο κάποιον κάτι

Πηγές[επεξεργασία]