ἐπινίκιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: επινίκιος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἐπινίκιος τὸ ἐπινίκιον οἱ, αἱ ἐπινίκιοι τὰ ἐπινίκια
Γενική τοῦ, τῆς ἐπινικίου τοῦ ἐπινικίου τῶν ἐπινικίων τῶν ἐπινικίων
Δοτική τῷ, τῇ ἐπινικίῳ τῷ ἐπινικίῳ τοῖς, ταῖς ἐπινικίοις τοῖς ἐπινικίοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἐπινίκιον τὸ ἐπινίκιον τοὺς, τὰς ἐπινικίους τὰ ἐπινίκια
Κλητική ἐπινίκιε ἐπινίκιον ἐπινίκιοι ἐπινίκια
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐπινικίω
Γενική-Δοτική ἐπινικίοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπινίκιος < ἐπι- + νίκη + -ος

Επίθετο[επεξεργασία]

ἐπινίκιος

  1. που έχει σχέση με νίκη ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. κατάλληλος για νίκη
  3. (ουσιαστικοποιημένο) ἐπινίκιον: ειδικό άσμα εορτασμού μιας νίκης
  4. (ουσιαστικοποιημένο) ἐπινίκια:
    1. εορταστικές εκδηλώσεις (με θυσία) για νίκη
    2. λάφυρα
    3. έπαθλο

Πηγές[επεξεργασία]