ἐπισκέπτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: επισκέπτης

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ἐπισκέπτης ἐπισκέπτα ἐπισκέπται
Γενική ἐπισκέπτου ἐπισκέπταιν ἐπισκεπτῶν
Δοτική ἐπισκέπτ ἐπισκέπταιν ἐπισκέπταις
Αιτιατική ἐπισκέπτην ἐπισκέπτα ἐπισκέπτας
Κλητική ἐπισκέπτα ἐπισκέπτα ἐπισκέπται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπισκέπτης < ἐπισκέπτομαι < ἐπί + σκέπτομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐπισκέπτης αρσενικό

  1. ο επιθεωρητής, το άτομο που κάνει επιθεώρηση
  2. ο ερευνητής, άτομο που κάνει σχολαστική έρευνα
  3. επισκέπτης
  4. κατάσκοπος