Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπισταμένως

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: επισταμένως

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπισταμένως < ἐπιστάμεν(ος) + -ῶς.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.pi.sta.mé.nɔːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πῐστᾰμένῶς

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ἐπισταμένως (τροπικό επίρρημα)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἐπισταμένως (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἐπισταμένως
νέα ελληνικά: ἐπισταμένως, επισταμένως