ἐπισταμένως
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἐπισταμένως < ἐπιστάμεν(ος) + -ῶς.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /e.pi.sta.mé.nɔːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἐ‐πῐ‐στᾰ‐μέ‐νῶς
Επίρρημα
[επεξεργασία]ἐπισταμένως (τροπικό επίρρημα)
- με γνώση και επιδεξιότητα, με εμπειρία, συνετά, φρόνιμα
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἐπισταμένως (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἐπίσταμαι - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἐπισταμένως - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.