ἐπιτάττω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπιτάττω < ἐπί + τάττω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπιτάττω αττικός τύπος του ἐπιτάσσω

  1. τοποθετώ πάνω σε (ή δίπλα σε ή πίσω από) κάτι ή κάποιον
  2. θέτω σε εφεδρεία
  3. ορίζω επιτηρητή ή αρχηγό
  4. διατάζω, προστάζω