ἐπιτίθημι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐπιτίθημι < ἐπί + τίθημι

Ρήμα[επεξεργασία]

ἐπιτίθημι

  • τοποθετώ κάτι επάνω σε μία επιφάνεια, επιθέτω, επιβάλλω (π.χ. ποινή), βάζω κατάληξη, προσθέτω

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]