Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐπιφέρω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : επιφέρω

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐπιφέρω < ἐπι- + φέρω

ἐπιφέρω, μέσο-παθητικό: ἐπιφέρομαι

  1. φέρνω, επιφέρω
  2. τοποθετώ κάτι επάνω σε κάτι, ιδίως προσφορές επάνω σε τάφο
  3. κατηγορώ

Παράγωγα

[επεξεργασία]

με φερ- ή φορ-

ρηματικοί τύποι χωρίς φερ-

πρόθεση με το ρήμα