ἐποπτεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: εποπτεία, επόπτευση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐποπτεία ἐποπτεία ἐποπτεῖαι
Γενική ἐποπτείας ἐποπτείαιν ἐποπτειῶν
Δοτική ἐποπτεί ἐποπτείαιν ἐποπτείαις
Αιτιατική ἐποπτείαν ἐποπτεία ἐποπτείας
Κλητική ἐποπτεία ἐποπτεία ἐποπτεῖαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐποπτεία < ἐποπτεύω + -εία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐποπτεία θηλυκό

  1. μύηση
  2. (ειδικότερα) (θρησκεία) η υψηλότερη βαθμίδα μύησης στα Ελευσίνια Μυστήρια
  3. (ελληνιστική κοινή) θεώρηση

Πηγές[επεξεργασία]