ἐράω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐράω < ἔραμαι

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἐράω-ῶ ἐρῶμαι
Παρατατικός ἤρων
Μέλλοντας ἐρασθήσομαι (με ενεργ.σημασία)
Αόριστος ἠράσθην (με ενεργ. σημασία)
Παρακείμενος ἤρασμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


Ρήμα[επεξεργασία]

ἐράω - ἐρῶ, ιωνικός τύπος: ἐρέω

  1. είμαι ερωτευμένος
  2. επιθυμώ σφόδρα
  3. κάνω εμετό, αδειάζω, εκκενούμαι (δείτε πιο κάτω και στα ομώνυμα)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

  • ἐράω: κάνω εμετό, βγάζω διάφορες εκκρίσεις, κενώ < ίσως από την λέξη ἔρα (γη) Πάντοτε σύνθετο (ἐξερῶ, κατερῶ, συνερῶ)
  • αἰρέω-ῶ και αἴρω