Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐρίθακος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ερίθακος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐρίθακος οἱ ἐρίθακοι
      γενική τοῦ ἐριθάκου τῶν ἐριθάκων
      δοτική τῷ ἐριθάκ τοῖς ἐριθάκοις
    αιτιατική τὸν ἐρίθακον τοὺς ἐριθάκους
     κλητική ! ἐρίθακε ἐρίθακοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐριθάκω
γεν-δοτ τοῖν  ἐριθάκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐρίθακος < ἔριθος ή ἐρυθρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐρίθακος αρσενικό

  1. (πτηνό) ερίθακος, κοκκινολαίμης
  2. (πτηνό) ωδικό πτηνό το οποίο ψελλίζει λέξεις, με παρόμοιο τρόπο όπως οι παπαγάλοι