Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐραστής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εραστής

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐραστής οἱ ἐρασταί
      γενική τοῦ ἐραστοῦ τῶν ἐραστῶν
      δοτική τῷ ἐραστ τοῖς ἐρασταῖς
ἐρασταῖσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἐραστήν τοὺς ἐραστᾱ́ς
     κλητική ! ἐραστᾰ́ ἐρασταί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐραστᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἐρασταῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐραστής, ήδη τον 7ο αιώνα στον Αρχίλοχο < ἔραμαι, θέμα ἐρασ- + -τής, άγνωστης ετυμολογίας [1]  δείτε και τις λέξεις ἔρως και ἐράω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.ɾa.stɛ̌ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ραστής

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐραστής, -οῦ αρσενικό

  1. εραστής
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Συμπόσιον, 182b
    ἐν Ἤλιδι μὲν γὰρ καὶ ἐν Βοιωτοῖς, καὶ οὗ μὴ σοφοὶ λέγειν, ἁπλῶς νενομοθέτηται καλὸν τὸ χαρίζεσθαι ἐρασταῖς
    Στην Ήλιδα δηλαδή και τη Βοιωτία και στα μέρη που δεν υπάρχουν καλοί χειριστές του λόγου, ο κανόνας συμπεριφοράς που ισχύει δέχεται ότι είναι ωραίο σε κάθε περίπτωση να ικανοποιείς τον πόθο του εραστή
    Μετάφραση (2004): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος. @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: ἐρώμενος και ἐρωμένη, φιλήτωρ, ἐρῶν
  2. αχρείος, ασελγής
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, στίχ. 976 (975-976)
    εἶτ᾽ αὖ πάλιν αὖθις ἀνιστάμενον συμψῆσαι, καὶ προνοεῖσθαι | εἴδωλον τοῖσιν ἐρασταῖσιν τῆς ἥβης μὴ καταλείπειν.
    σα σηκώνονταν, στρώναν την άμμο καλά κι είχαν πάντα το νου τους μην τύχει | κι απομείνει έν᾽ αχνάρι από μέλη κρυφά, που τους άχρειους ανάβουνε πόθους.
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα: Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
  3. μνηστήρας
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 3 (Θάλεια), 53.81
    τυραννὶς χρῆμα σφαλερόν, πολλοὶ δὲ αὐτῆς ἐρασταί εἰσι, ὁ δὲ γέρων τε ἤδη καὶ παρηβηκώς
    Η τυραννίδα δεν είναι σταθερό πράγμα, είναι πολλοί οι μνηστήρες της, κι εκείνος είναι πια γέρος, τον πήραν τα χρόνια.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
ἐρασ- 

με ἐρασ-

για το θέμα ἐρωτ-  δείτε τη λέξη ἔρως

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.