Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐρημοφίλης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐρημοφίλης οἱ ἐρημοφίλαι
      γενική τοῦ ἐρημοφίλου τῶν ἐρημοφιλῶν
      δοτική τῷ ἐρημοφίλ τοῖς ἐρημοφίλαις
    αιτιατική τὸν ἐρημοφίλην τοὺς ἐρημοφίλᾱς
     κλητική ! ἐρημοφίλη ἐρημοφίλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐρημοφίλ
γεν-δοτ τοῖν  ἐρημοφίλαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Κρονίδης' όπως «Κρονίδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐρημοφίλης < ἐρημο- + φιλ(έω) + -ης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐρημοφίλης, -ου [ῐ] αρσενικό (ελληνιστική κοινή)