ἐσθίω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | ἐσθίω | |
| Παρατατικός | ἤσθιον | |
| Μέλλοντας | ἔδομαι | |
| Αόριστος | ἔφαγον | |
| Παρακείμενος | ἐδήδοκα | |
| Υπερσυντέλικος | ἐδηδόκειν | |
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ἐσθίω < ἔδω
Ρήμα
[επεξεργασία]ἐσθίω
- τρώω
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 395
- μὴ κέρα ἶπες ἔδοιεν ἀποιχομένοιο ἄνακτος
- μήπως σαράκι το τρύπησε (ΣτΜ το έφαγε), όταν έλειπε ο βασιλιάς στα ξένα (μετάφραση Ζήσιμου Σιδέρη )
- μὴ κέρα ἶπες ἔδοιεν ἀποιχομένοιο ἄνακτος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 21 (φ. Τόξου θέσις.), στίχ. 395
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]ἔφαγον, που είναι ο β΄αόριστος του ρήματος