ἐσθλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐσθλός ἐσθλή ἐσθλόν ἐσθλοί ἐσθλαί ἐσθλά
Γενική ἐσθλοῦ ἐσθλῆς ἐσθλοῦ ἐσθλῶν ἐσθλῶν ἐσθλῶν
Δοτική ἐσθλῷ ἐσθλῇ ἐσθλῷ ἐσθλοῖς ἐσθλαῖς ἐσθλοῖς
Αιτιατική ἐσθλόν ἐσθλήν ἐσθλόν ἐσθλούς ἐσθλάς ἐσθλά
Κλητική ἐσθλέ ἐσθλή ἐσθλόν ἐσθλοί ἐσθλαί ἐσθλά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐσθλώ ἐσθλά
Γενική-Δοτική ἐσθλοῖν ἐσθλαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐσθλός: ίσως < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁es- ‎(εἰμί), και έτσι συγγενές με τα εἰμί, οὐσία, ἐτεός κ.ά. Ίσως < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁su-, μηδενική βαθμίδα του *h₁esu- ‎(ἀγαθός), συγγενές με τα ἐΰς και εὖ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐσθλός, -ή, -όν, συγκριτικός: ἐσθλότερος, υπερθετικός: ἐσθλότατος

  1. καλός, αγαθός
  2. ανδρείος, γενναίος
  3. ευγενής
  4. πλούσιος
  5. αίσιος
  6. άξιος
  7. τά ἐσθλά:
    1. η περιουσία
    2. ευγενικές σκέψεις ή πράξεις
  8. ἐσθλόν: καλοτυχία

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]