ἐφημέριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐφημέριος < ἐπί + ἡμέρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἐφημέριος και δωρικός τύπος ἐφαμέριος, ο,η ἐφημέριον-ον αλλά και ος,α,ον

  1. κατά τη διάρκεια της ημέρας (π.χ. σκοπιά)
  2. μόνον για μία ημέρα, μισθός μιας ημέρας, πρόσληψη κάποιου για μια μέρα
  3. (μεταφορικά) εφήμερος, βραχυχρόνιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]