Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐφιλοσοφήσαμεν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

ἐφιλοσοφήσαμεν

  • α΄ πρόσωπο πληθυντικού στην οριστική του ενεργητικού αορίστου του ρήματος φιλοσοφέω