ἐφορεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐφορεία ἐφορεία ἐφορεῖαι
Γενική ἐφορείας ἐφορείαιν ἐφορειῶν
Δοτική ἐφορεί ἐφορείαιν ἐφορείαις
Αιτιατική ἐφορείαν ἐφορεία ἐφορείας
Κλητική ἐφορεία ἐφορεία ἐφορεῖαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐφορεία < ἐφορεύω + -ία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐφορεία θηλυκό

  1. επιτήρηση, επίβλεψη
  2. το αξίωμα του ἐφόρου
  3. σύνορο, μεθόριος
  4. (θρησκεία) επισκοπή

Άλλες μορφές[επεξεργασία]