ἑκατόμβη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εκατόμβη

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἑκατόμβη ἑκατόμβα ἑκατόμβαι
Γενική ἑκατόμβης ἑκατόμβαιν ἑκατομβῶν
Δοτική ἑκατόμβ ἑκατόμβαιν ἑκατόμβαις
Αιτιατική ἑκατόμβην ἑκατόμβα ἑκατόμβας
Κλητική ἑκατόμβη ἑκατόμβα ἑκατόμβαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἑκατόμβη < ἑκατόν + βοῦς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἑκατόμβη θηλυκό

  1. (θρησκεία) εκατόμβη (θυσία 100 βοδιών και γενικότερα κάθε μεγαλοπρεπής θυσία)
  2. (ελληνιστική κοινή) είδος κολλύριου
  3. γιορτή στην λακωνική πόλη Γερόνθραι