Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἑκτεύς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ ἑκτεύς οἱ ἑκτεῖς - ἑκτῆς*
      γενική τοῦ ἑκτέως τῶν ἑκτέων
      δοτική τῷ ἑκτεῖ τοῖς ἑκτεῦσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν ἑκτέᾱ τοὺς ἑκτέᾱς
     κλητική ὦ! ἑκτεῦ ἑκτεῖς - ἑκτῆς*
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἑκτῆ1 ή ἑκτεῖ2
γεν-δοτ τοῖν  ἑκτέοιν
* αττικός τύπος
1 όπως στη Γραμματική του Smyth
2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου.
3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἑκτεύς < ἕκτος + -εύς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἑκτεύς, -έως αρσενικό