ἑτεροδοξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ετεροδοξία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἑτεροδοξία ἑτεροδοξία ἑτεροδοξίαι
Γενική ἑτεροδοξίας ἑτεροδοξίαιν ἑτεροδοξιῶν
Δοτική ἑτεροδοξί ἑτεροδοξίαιν ἑτεροδοξίαις
Αιτιατική ἑτεροδοξίαν ἑτεροδοξία ἑτεροδοξίας
Κλητική ἑτεροδοξία ἑτεροδοξία ἑτεροδοξίαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἑτεροδοξία < ἑτερόδοξος < ἕτερος + δόξα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἑτεροδοξία θηλυκό

  1. διαφορετική γνώμη ή άποψη
  2. εσφαλμένη γνώμη ή άποψη
  3. (μεσαιωνική ελληνική) (θρησκεία) αίρεση, το να είναι κανείς αιρετικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]