Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔαρ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: έαρ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ἐᾰρ-
ονομαστική τὸ ἔαρ
& ἦρ
      γενική τοῦ ἔαρος
& ἦρος
      δοτική τῷ ἔαρ
& ἦρι
    αιτιατική τὸ ἔαρ
& ἦρ
     κλητική ! ἔαρ
& ἦρ
Και με συνηρημένους τύπους το ἦρ.
3η κλίση, Κατηγορία 'ἄορ' όπως «ἔαρ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ἔαρ < *ϝέαρ < πρωτοελληνική *ϝέσαρ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wósr̥ (άνοιξη). Η ύπαρξη του δίγαμμα επιβεβαιώνεται από την γλώσσα του Ησυχίου γέαρ (ἔαρ) και η ομηρική προσωδία.[1] Συγγενή: λιθουανική vasarā (καλοκαίρι), λατινική vēr, περσική بهار (bahâr) (> νέα ελληνική μπαχάρι), σανσκριτική वसन्त (vasantá), παλαιά εκκλησιαστική σλαβονική вєсна (vesna), παλαιά νορβηγική vár.
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: έαρ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /é.aɾ/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
ΔΦΑ : /ˈe.aɾ/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔᾰρ, -ος ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ἔαρ < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή h₁ésh₂r̥.[2] Συγγενή: λατινική sanguis (αίμα) (> γαλλική sang (αίμα)), σανσκριτική असृज् (ēšḫar).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔαρ (ἔᾰρ) ουδέτερο

  1. το αίμα
    χρειάζεται παράθεμα
     συνώνυμα: αἷμα
  2. ο χυμός
    χρειάζεται παράθεμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
  2. Reconstruction:Proto-Indo-European/h₁ésh₂r̥ στο αγγλικό Βικιλεξικό