ἔδικτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ἔδικτα ουδέτερο

  1. ἔδικτον, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού