Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔκλειψις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἔκλειψῐς αἱ ἐκλείψεις
      γενική τῆς ἐκλείψεως τῶν ἐκλείψεων
      δοτική τῇ ἐκλείψει ταῖς ἐκλείψεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἔκλειψῐν τὰς ἐκλείψεις
     κλητική ! ἔκλειψῐ ἐκλείψεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐκλείψει
γεν-δοτ τοῖν  ἐκλειψέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ἔκλειψις < ἐκλείπω + -σις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔκλειψις, -εως θηλυκό

  1. εγκατάλειψη
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 6 (Ἐρατώ), 25
    καὶ Σαμίοισι μούνοισι τῶν ἀποστάντων ἀπὸ Δαρείου διὰ τὴν ἔκλειψιν τῶν νεῶν ἐν τῇ ναυμαχίῃ οὔτε ἡ πόλις οὔτε τὰ ἱρὰ ἐνεπρήσθη.
  2. (αστρονομία) έκλειψη της σελήνης
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, Α, 23
    ἡλίου τε ἐκλείψεις
  3. απώλεια, εξαφάνιση
  4. (νομικός όρος) παράλειψη εμφανίσεως στο δικαστήριο επειδή κάποιος δεν είναι αστός
  5. ανάσχεση εξόδου, συγκράτηση