ἔκνομος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης: έκνομος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἔκνομος τὸ ἔκνομον οἱ, αἱ ἔκνομοι τὰ ἔκνομα
Γενική τοῦ, τῆς ἐκνόμου τοῦ ἐκνόμου τῶν ἐκνόμων τῶν ἐκνόμων
Δοτική τῷ, τῇ ἐκνόμῳ τῷ ἐκνόμῳ τοῖς, ταῖς ἐκνόμοις τοῖς ἐκνόμοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἔκνομον τὸ ἔκνομον τοὺς, τὰς ἐκνόμους τὰ ἔκνομα
Κλητική ἔκνομε ἔκνομον ἔκνομοι ἔκνομα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἐκνόμω
Γενική-Δοτική ἐκνόμοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔκνομος < ἐκ + νόμος < νέμω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ἔκνομος

  1. έκνομος, παράνομος
  2. εξόριστος
  3. (ελληνιστική κοινή) τεράστιος, τερατώδης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]