ἔλαφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : έλαφος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔλαφος ἐλάφω ἔλαφοι
Γενική ἐλάφου ἐλάφοιν ἐλάφων
Δοτική ἐλάφ ἐλάφοιν ἐλάφοις
Αιτιατική ἔλαφον ἐλάφω ἐλάφους
Κλητική ἔλαφε ἐλάφω ἔλαφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔλαφος < πρωτοελληνική *éləpʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁éln̥bʰos < *h₁el- (ελάφι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔλαφος αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) ελάφι
  2. (συνεκδοχικά) δειλός
  3. ελαφίσιος
  4. (γαστρονομία) (ελληνιστική κοινή) είδος γλυκού ή πίτας