ἔλεος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: έλεος, Ἔλεος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔλεος ἐλέω ἔλεοι
Γενική ἐλέου ἐλέοιν ἐλέων
Δοτική ἐλέ ἐλέοιν ἐλέοις
Αιτιατική ἔλεον ἐλέω ἐλέους
Κλητική ἔλεε ἐλέω ἔλεοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔλεος < ἐλελεῦ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *el- < (ηχομιμητική λέξη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔλεος αρσενικό

  1. ευσπλαχνία, οίκτος
  2. αντικείμενο οίκτου και ευσπλαχνίας
Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔλεος ἐλέει ἐλέη
Γενική ἐλέους ἐλεοῖν ἐλεῶν
Δοτική ἐλέει ἐλεοῖν ἐλέεσι(ν)
Αιτιατική ἔλεος ἐλέει ἐλέη
Κλητική ἔλεος ἐλέει ἐλέη

Σημειώσεις[επεξεργασία]