Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔμβασις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἔμβασῐς αἱ ἐμβάσεις
      γενική τῆς ἐμβάσεως τῶν ἐμβάσεων
      δοτική τῇ ἐμβάσει ταῖς ἐμβάσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἔμβασῐν τὰς ἐμβάσεις
     κλητική ὦ! ἔμβασῐ ἐμβάσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐμβάσει
γεν-δοτ τοῖν  ἐμβασέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

ἔμβασις < ἐμ- + βάσις

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔμβασις, -εως θηλυκό

  1. επιβίβαση σε πλοίο
  2. βάδισμα
  3. λουτρό, λούσιμο
    1. (κατ’ επέκταση) μέρος κατάλληλο για λουτρό
  4. (υπόδηση) εμβάς
    ※  6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Αἰσχύλος, Ἀγαμέμνων, στίχ. 945
    ὑπαί τις ἀρβύλας // λύοι τάχος, πρόδουλον ἔμβασιν ποδός.
    → λείπει η μετάφραση
  5. οπλή
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Βάκχαι, στίχ. 740
    εἶδες δ᾽ ἂν ἢ πλεύρ᾽ ἢ δίχηλον ἔμβασιν // ῥιπτόμεν᾽ ἄνω τε καὶ κάτω·
    → λείπει η μετάφραση

Παράγωγα

[επεξεργασία]