ἔμβολος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἔμβολος | οἱ | ἔμβολοι |
| γενική | τοῦ | ἐμβόλου | τῶν | ἐμβόλων |
| δοτική | τῷ | ἐμβόλῳ | τοῖς | ἐμβόλοις |
| αιτιατική | τὸν | ἔμβολον | τοὺς | ἐμβόλους |
| κλητική ὦ! | ἔμβολε | ἔμβολοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἐμβόλω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἐμβόλοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἔμβολος, -ου αρσενικό
- οτιδήποτε τόσο μυτερό ή αιχμηρό, ώστε να ωθείται, να μπήγεται εύκολα μέσα σε κάτι άλλο
- (γεωγραφία, γεωλογία) ακρωτήριο
- σφήνα
- μάνταλο, μπάρα
- πλώρη πολεμικών πλοίων
- σφηνοειδής παράταξη μάχης
- (στρατιωτικός όρος) πολιορκητικός κριός
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ἔμβολος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Γεωγραφία (αρχαία ελληνικά)
- Γεωλογία (αρχαία ελληνικά)
- Στρατιωτικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)