ἔμπνευσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔμπνευσις ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις
Γενική ἐμπνεύσεως ἐμπνευσέοιν ἐμπνεύσεων
Δοτική ἐμπνεύσει ἐμπνευσέοιν ἐμπνεύσεσι(ν)
Αιτιατική ἔμπνευσιν ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις
Κλητική ἔμπνευσι ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔμπνευσις < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐν + πνέω < ινδοευρωπαϊκή *pnew-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔμπνευσις θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) πνοή
  2. (ελληνιστική κοινή) φύσημα