ἔμπνευσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔμπνευσις ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις
Γενική ἐμπνεύσεως ἐμπνευσέοιν ἐμπνεύσεων
Δοτική ἐμπνεύσει ἐμπνευσέοιν ἐμπνεύσεσι(ν)
Αιτιατική ἔμπνευσιν ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις
Κλητική ἔμπνευσι ἐμπνεύσει ἐμπνεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔμπνευσις < αρχαία ελληνική ἐμπνέω < ἐμ- (ἐν-) + θέμα πνευσ- πνέω + -ις (Χρειάζεται έλεγχο (αν από πνεῦσις) --sarri.greek (συζήτηση) 21:44, 14 Μαΐου 2019 (UTC))

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔμπνευσις θηλυκό

  1. (ελληνιστική κοινή) πνοή
  2. (ελληνιστική κοινή) φύσημα

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • ἔμπνευσις στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.