ἔμπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔμπορος < ἐν πορείᾳ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔμπορος

  1. επιβάτης πλοίου
  2. (κατ’ επέκταση) ταξιδιώτης
  3. εισαγωγέας χονδρέμπορος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]