Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἔντερον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔντερον



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ἔντερον τὰ ἔντερ
      γενική τοῦ ἐντέρου τῶν ἐντέρων
      δοτική τῷ ἐντέρ τοῖς ἐντέροις
    αιτιατική τὸ ἔντερον τὰ ἔντερ
     κλητική ! ἔντερον ἔντερ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐντέρω
γεν-δοτ τοῖν  ἐντέροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἔντερον < πιθανόν από ουσιαστικοποιημένο επίθετο που είχε τη σημασία ενδότερος < πρόθεση ἐν + συγκριτικό επίθημα πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-teros (-τερος)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: ἔντερο(ν) νέα ελληνικά: έντερο και δείτε ἐντερο-

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἔντερον ουδέτερο

  1. (κυρίως στον πληθυντικό) έντερα, εντόσθια
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 2, 17 @scaife.perseus
    Καὶ τὸ τοῦ ἐντέρου δὲ μέγεθος ἁπλοῦν, καὶ ἀναδίπλωσιν ἔχει, ὃ ἀναλύεται εἰς ἕν.
  2. χορδή τόξου από έντερο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

και