ἔξωσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἔξωσῐς αἱ ἐξώσεις
      γενική τῆς ἐξώσεως τῶν ἐξώσεων
      δοτική τῇ ἐξώσει ταῖς ἐξώσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἔξωσῐν τὰς ἐξώσεις
     κλητική ! ἔξωσῐ ἐξώσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐξώσει
γεν-δοτ τοῖν  ἐξωσέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔξωσις < αρχαία ελληνική ἐξωθέω / ἐξωθῶ + -σις < ὠθέω / ὠθῶ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἔξωσις θηλυκό

  1. εξώθηση, σπρώξιμο
  2. αποβολή, αποπομπή
  3. (ιατρική) εξάρθρωση

Πηγές[επεξεργασία]