ἔραμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἔραμαι < (ίσως) προελληνική[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

ἔραμαι (ἔρᾰμαι)

  1. αγαπώ
  2. είμαι ερωτευμένος
  3. λαχταρώ, ποθώ

Κλίση[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]